Από σατιρικός σατυρικός, επείσθη σ' αλλαγή

Δημιουργός: heardline

Γελάτε κι απ' τα βάσανα δε βγαίνετε αλλιώς. Σας το μηνά σατιρικός που είναι και παλιός. Μη κάθεστε και κλαίγεστε δε βγάζει πουθενά. Γελάστε να ξενοιάσετε απ' ότι σας πονά.

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Από σατιρικός σατυρικός (τον έπεισα ν' αλλάξει)

Για τον σατιρικό..

Έχουν πολύ μυστήριο αυτά για να γραφούνε.
Ιδές που δεν έρχονται ευκόλως στο μυαλό.
Και δη αυτές μονάχες τους εσένα να σε βρούνε,
πέφτοντας στο τσεπάκι σου όλες με το κιλό.

Κάθεσαι στο γραφείο σου κι αποκομμένος μ’ όλους
συντάσσεις τα στιχάκια σου αφού παραμιλάς.
Επάνω στην καρέκλα σου –στης έμπνευσης τους θόλους
στους ουρανούς της έμπνευσης– τρέλα σαν να πουλάς.

Άλλος στην τηλεόραση και άλλος στην παρέα
και άλλος την αγάπη του χαϊδεύει και φιλά.
Κι εσύ ο ποιητής «πεζός» στα σέα και στα μέα,
ακίνητος στη φυλακή –Θεός να σε φυλά!

Το κάνεις για το κέφι σου; –Μην είν’ άλλο στο νου σου;
Κι αν είσαι ευφυέστατος αλλά πας για λεφτά,
φοβάμαι –«αναιδέστατος;»– δε θα βγει σε καλό σου–
βιβλία δε διαβάζουνε, δεν είναι λατρευτά.

Θα χάνεις τον καιρό σου δες και έναν αναγνώστη
δε θα ιδείς να έρχεται προς σε για αγορά.
Ταβέρνες – στριπτιντζάδικα –«σιγά τον παντογνώστη»–
τραβούν αυτόν ευάρεστα να βρίσκει τη χαρά.

Μην είσαι των σατιρικών; –Θα κλαις και θα σφαδάζεις!
Αν είσαι μου την έβαψες – γράψε «σατυρικά».
Κρατά το ενδιαφέρον τους σου λέω, μη διστάζεις
πορνοκατασκευάσματα να φτιάχνεις «Λυρικά».

Δες ένα από μένανε και γράψε αντιστοίχως
και θα πουλάς τα άπειρα στη «μάζα» –να χαρείς!
Οι λέξεις να ’ναι άτσαλες κι ερωτικός ο ήχος
με μέτρο να ακούγεται, και όπως το μπορείς.

Θα ’σαι ασυναγώνιστος –θα δοξαστείς στο λέω!
Θα βλέπεις τα βιβλία σου να φεύγουνε τρελά!
Κι εγώ που δε το τόλμησα ο βλάκας ίσως κλαίω
ιδέες που σου φύτεψα – αλλά αλλά αλλά…:

Δες πως γράφω εγώ (για τον σατυρικό):

Την ξάπλωσα και έγδυσα –και τι μανούλι Θε μου!
Εξήντα ’ννιά οι σκέψεις μου κι οι στάσεις τρομερές!!!
Τι ποίημα το σώμα της –ορμώ στο φαγητό μου–
και όλο της το έφαγα πάμπολλες δε φορές.

Και κόκκαλο δεν έμεινε, το κρέας δε αφράτο
όλο το καταβρόχθισα στο πι και φι –σωστός;
Τρώγοντας απ’ την κορφή και φτάνοντας στον πάτο,
δίχως ν’ αφήσω κρέας της και έγινα σκαστός.

Που νυμφευμένη ήτανε εγώ να μη τη βάψω
την άφησα στα αίματα, μη κατηγορηθώ.
Γλιτώνοντας τα δύσκολα –χαζός ήμουν να κλάψω;
σπεύδοντας το ταχύτερο να απομακρυνθώ.

(Τα χείλη της με φίλαγαν σε όλο μου το σώμα
και ήμασταν ανάκατοι στην κλίνη και οι δυο.
Με δάγκωνε τη δάγκωνα το στόμα της στο στόμα
κι εγώ μαζί τ’ ανάπαλιν σε πύρινο κλοιό).

Έτσι λοιπόν σατιρικέ άλλαξε τη γραφή σου
και θα με θυμηθείς πολύ –θα δεις μόνο καλό!
Δίχως δύσκολη έμπνευση απάνω στο σιλό σου
προσμένοντας να κατεβεί κόποις απ’ το μυαλό.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 29-08-2021