H σύσκεψη (1)

Δημιουργός: αυγουστης, Αυγουστής Μαρούλης

Διήγημα σε δυο συνέχειες

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Η ΣΥΣΚΕΨΗ
Σήμερα ο Γρηγόρης έφτασε στη δουλειά απ’ τους πρώτους. Μόνον οι καθαρίστριες είχαν προηγηθεί κι ο κυρ-Βαγγέλης ο θυρωρός, ο οποίος έσπευσε να τον καλημερίσει χαμογελώντας. Αφού του ανταπέδωσε τη καλημέρα και μίλησαν λίγο για τον βροχερό καιρό, πήρε το ασανσέρ κι ανέβηκε στον όγδοο όροφο που ήταν τα γραφεία των πωλητών. “SALES REPRESENTATIVES” έγραφε η ταμπέλα έξω απ’ τη τεράστια αίθουσα. Ο Γρηγόρης χαμογέλασε όπως κάθε πρωί που συναντούσε την ίδια ταμπέλα, εδώ και δέκα μήνες που είχε προσληφθεί στην εταιρία. «Τι Sales Representatives και αηδίες. Πωλητές του κερατά ήμαστε και μάλιστα του χειρότερου είδους» σκέφτηκε για πολλοστή φορά.
Άνοιξε τη πόρτα και μπήκε. Η αχανής αίθουσα διαιρούταν με αμέτρητα χωρίσματα σε ακόμα πιο αμέτρητα μικρά γραφεία. Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί αυτά περισσότερο με κλουβιά έμοιαζαν παρά με γραφεία. Στον ίδιο όροφο υπήρχε και μια άλλη αίθουσα μικρότερη απ’ την πρώτη, αλλ’ αρκετά μεγάλη για τον σκοπό που εξυπηρετούσε. “CONFERENCE ROOM” έγραφε απ’ έξω κι όποτε την έβλεπε ο Γρηγόρης έβγαζε ένα βαθύ αναστεναγμό, που μόνον αυτός τον άκουγε, ίσως γιατί προερχόταν απ’ τα βάθη της ψυχής του. Σήμερα όμως αγνόησε επιδεικτικά να κοιτάξει αυτήν την πόρτα κι αυτήν την ταμπέλα. Επομένως ο αναστεναγμός πήγε περίπατο, ενώ στο βλέμμα του υπήρχε μια αποφασιστικότητα σαν να επρόκειτο να κάνει κάτι πολύ σημαντικό και να ήθελε ν’ αντλήσει θάρρος απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Στον από πάνω όροφο ήταν τα γραφεία των διευθυντών και του Γενικού. Καμιά σύγκριση με το κλουβί του Γρηγόρη, εκείνα ήταν μέσα στη “χλίδα”! Παρ’ όλ’ αυτά ήταν ικανοποιημένος. Στα τριάντα του, μ’ ένα ΜΒΑ στο ενεργητικό του και μάλιστα με άριστα, είδε κι έπαθε να πιάσει τούτη τη δουλειά. Οι συνέπειες της ανεργίας ήταν διάχυτες σ’ όλο τον ιδιωτικό τομέα. Όσο για το δημόσιο, ούτε που ήθελε να τ’ ακούσει. Απεχθανόταν την ιδέα και μόνον ότι θα μπορούσε κάποτε να γίνει δημόσιος υπάλληλος. Θυμήθηκε τα άπειρα βιογραφικά που είχε στείλει, τις πάμπολλες προσωπικές συνεντεύξεις που του είχαν πάρει οι κάθε λογής διευθυντές, διευθυντίσκοι, προϊστάμενοι ως και κάθε λογής κατώτεροι υπάλληλοι, κάνοντας τις πιο περίεργες ερωτήσεις, πολλές απ’ αυτές άσχετες, μερικές βλακώδεις, καμιά φορά ακόμα και προσβλητικές. Θυμάται κάποτε ένα σπυριάρη τύπο, με γραβάτα μίκυ-μάους, που τον είχε ρωτήσει για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις κι αν έχει καμιά “ιδιαιτερότητα”. Θυμάται επίσης μια χοντρή, βαμμένη έντονα και ντυμένη στα λευκά- σα χιονοστιβάδα ήτανε η καημένη-που του τα “έριξε” στα ίσα. Όπου φύγει-φύγει τότε ο Γρηγόρης!
Ένα χρόνο κράτησε η αναζήτηση εργασίας. Τέλος, με τα πολλά, κατάφερε να προσληφθεί σε μια πολυεθνική εταιρεία ορυκτελαίων. Επιθεωρητής πωλήσεων ήταν ο “τίτλος” του. Σ’ όλες τις μεγάλες εταιρείες δίνεται ιδιαίτερη σημασία στους τίτλους, στα οργανογράμματα, στα πλάνα και στις συσκέψεις. Όλ’ αυτά, μόνο ο Γρηγόρης απ’ όλους τους εργαζόμενους εκεί πέρα, επέμενε-σε πείσμα της ξενομανίας των υπολοίπων-να τα λέει στα ελληνικά. Παντού άκουγες ορολογίες και λέξεις στα αγγλικά όπως job description, sales plan, marketing plan, meetings κι εκατοντάδες άλλες. Σα να ήσουνα στο Μανχάταν, στο Σίτυ, ή όπου αλλού στον πλανήτη δουλεύουν γιάπιδες και γιάπισσες. Δεν χώνευε καθόλου τα εργασιόπληκτα άτομα. Αυτά που βάζουν την καριέρα πάνω απ’ όλα, που δεν έχουν προσωπική ζωή και το μόνο που τους απασχολεί είναι η επαγγελματική καταξίωση και το χρήμα. Προτιμούσε τους χίππιδες και τις χίππισες, αλλ’ αυτοί ανήκαν σε μια άλλη καλύτερη εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί!
Αυτούς τους δέκα μήνες δούλεψε σκληρά για να εδραιώσει τη θέση του. Το μεγαλύτερο διάστημα ήταν έξω στην αγορά, προωθώντας τα προϊόντα της εταιρείας με τον πιο μεθοδικό και αποτελεσματικό τρόπο. Επισκέψεις σε πελάτες, ταξίδια στην επαρχία και διαρκές κυνηγητό στόχων, όλ’ αυτά σε συνδυασμό με την ευχάριστη προσωπικότητα του, δεν άργησαν ν’ αποφέρουν τους πρώτους καρπούς. Οι πωλήσεις του αυξάνονταν συνεχώς και όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Δεν άργησε ν’ αποκτήσει πολύ καλό όνομα στην εταιρεία κι αυτό του έδωσε αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία για το μέλλον. Ένα πράμα μόνο τον στενοχωρούσε, ή μάλλον τον απασχολούσε τόσο έντονα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χάνει και τον ύπνο του ακόμα. Η Κατερίνα! Ήταν μια συνάδελφος από το τμήμα marketing, που την είχε βάλει στο μάτι απ’ την πρώτη κιόλας μέρα. Του άρεσε τόσο πολύ, ώστε δεν είχε κοιτάξει από τότε άλλη γυναίκα. Γι’ αυτόν ήταν πλέον το παν. Κάθε φορά που τη συναντούσε πάθαινε ταραχή μεγάλη, μπέρδευε τα λόγια του, έτρεμαν τα πόδια του και πήγαινε να σπάσει η καρδιά του απ’ το ανελέητο σφυροκόπημα. Τα βράδια όταν επιτέλους με μεγάλο κόπο τον έπαιρνε ο ύπνος, δεν υπήρχε όνειρο χωρίς την παρουσία της. Αμέτρητες φορές είχε δει ότι κάνανε παθιασμένο έρωτα σ’ όλα τα μέρη και σ’ όλες τις γνωστές και καταγεγραμμένες στάσεις. Αλλά και ξυπνητός ο Γρηγόρης, με τα μάτια ορθάνοιχτα, πάλι την ονειρευόταν. Όταν έλειπε για πωλήσεις, το ίδιο κι όταν γύρναγε αργά τ’ απόγευμα σπίτι, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή. Ήταν απορίας άξιο πώς κατάφερνε και δούλευε με τόσο μεγάλη αποτελεσματικότητα, έχοντας το μυαλό συνέχεια στην Κατερίνα. Ίσως για ν’ ανέβει στα μάτια της, ίσως είχε καταφέρει να βρει διέξοδο μέσ’ απ’ τη δουλειά στο πρόβλημα που τον ταλάνιζε.
Όμως δεν της είχε μιλήσει ακόμα! Κι ήθελε να της πει τόσα πολλά! Εκείνη έδειχνε να τον συμπαθεί, αλλά του φαινόταν ότι κρατούσε κάποια απόσταση. Ήθελε πρώτα να σιγουρευτεί ότι δεν θα έτρωγε χυλόπιτα και μετά θα της μίλαγε, θα της έλεγε όλ’ αυτά που είχε μέσα του και τα είχε κάνει πρόβα δεκάδες φορές. Φοβόταν ότι υπήρχε πάντα η πιθανότητα να τον απορρίψει κι αυτό κυριολεκτικά τον διέλυε. Με τον καιρό, είχε καταφέρει να χτίσει ένα κλίμα φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ τους και δεν ήθελε με τίποτα να καταστραφεί. Προτιμούσε να μείνουν μόνο φίλοι, παρά να τη χάσει μια και καλή, γι’ αυτό προχωρούσε με βήματα προσεκτικά μελετημένα. Το σχέδιο «Κατάκτηση της Κατερίνας» απαιτούσε επιμονή, υπομονή και προπάντων σωστό προγραμματισμό. Το πρώτο μέρος του σχεδίου ήταν να την καταφέρει για να βγουν έξω μόνοι τους. Δυο-τρεις φορές είχαν βγει βέβαια, με παρέα συναδέλφων όμως. Ο Γρηγόρης προθυμοποιούταν στην επιστροφή να τη συνοδέψει σπίτι της κι αυτή πάντα δεχόταν. Τίποτα παραπάνω δεν γινόταν όμως! Μόλις σταματούσε το αυτοκίνητο, εκείνη του ψιθύριζε ένα «καληνύχτα, ευχαριστώ» και κατέβαινε. Ούτε ένα φιλί στο μάγουλο, ούτε μια γλυκιά-γεμάτη υποσχέσεις ματιά-τίποτα! Παρέμενε σαν στήλη άλατος βλέποντάς τη να χάνεται αργά-αργά σαν οπτασία μέσα στο σκοτάδι, μύριζε το εξαίσιο άρωμα της που απλωνόταν και του έκαιγε απ’ τον πόθο τα ρουθούνια, έβαζε τέλος το χέρι του στο διπλανό κάθισμα που λίγο πρωτύτερα εκείνη καθόταν και το χάϊδευε απαλά σα να χάϊδευε την ίδια. Όχι, δεν ήταν μόνο ερωτική έλξη αυτή που αισθανόταν! Ήταν και πολλά άλλα μαζί, την είχε ερωτευτεί παράφορα, ήταν όλη του η ζωή! Το διαπίστωσε την περασμένη Παρασκευή στην καθιερωμένη εβδομαδιαία σύσκεψη των στελεχών της εταιρείας.
Κάθε Παρασκευή μεσημέρι τα τμήματα πωλήσεων και marketing ήταν στο πόδι. Είχαν meeting, ή κατά το Γρηγοριανό ελληνικότατο αλφάβητο σύσκεψη. Ήταν η ώρα για απολογισμούς, προϋπολογισμούς, στόχους, εκθέσεις ή reports κατά τους υπολοίπους, όλα τέλος πάντων αυτά που σε οποιαδήποτε γλώσσα καθορίζουν ένα και μοναδικό πράγμα: το κυνήγι του κέρδους. Όλοι έτρεχαν μέχρι την τελευταία στιγμή, τηλέφωνα χτύπαγαν ασταμάτητα, φαξ και εκτυπωτές δούλευαν αδιάκοπα, εκατοντάδες χαρτιά πηγαινοέρχονταν από γραφείο σε γραφείο, συζητήσεις στους διαδρόμους, εκνευρισμός, φασαρία, άγχος! Μια γραμματέας ερχόταν με ύφος στρατηγού και τους έλεγε να περάσουν δίπλα στην αίθουσα συσκέψεων, στο επονομαζόμενο “Conference Room”. Νέα φασαρία, πιο δυνατή απ’ την προηγούμενη, διαπληκτισμοί για το ποιος θα κάτσει πού, άπλωμα εγγράφων και μερικών lap-tops στο τεράστιο οβάλ τραπέζι Κάποια στιγμή, όλ’ αυτά σαν να γύρναγε κάποιος ένα μαγικό κουμπί, σταμάταγαν ξαφνικά. Ήταν τότε, που ο Γενικός Διευθυντής, κατέβαινε απ’ τον επάνω όροφο, άνοιγε την πόρτα, χαιρετούσε βιαστικά και κατευθυνόταν φουριόζος στη θέση του. Καρφίτσα να έπεφτε τα επόμενα λίγα δευτερόλεπτα θ’ ακουγόταν σαν καμπάνα. Όλοι στην εταιρεία τον τρέμανε και του είχανε βγάλει το παρατσούκλι «Κέρβερος».
«Λοιπόν κύριοι, είστε έτοιμοι;» ρώταγε ο Γενικός. Και πριν οι υπόλοιποι προλάβουν ν’ απαντήσουν, συνέχιζε: «Ξεκινάμε!». Ο Γρηγόρης ήταν ο μόνος που απολάμβανε αυτές τις συσκέψεις. Κατ’ αρχήν του άρεσε να παρατηρεί όλη αυτή τη φασαρία που προηγούταν, ύστερα επικεντρωνόταν στους συναδέλφους που έκαναν τις παρουσιάσεις τους. Λίγο-πολύ οι περισσότεροι ήταν αγχωμένοι, άλλος ίδρωνε, άλλος έπαιζε νευρικά με το στυλό του, άλλος μασούλαγε κρυφά τα νύχια του. Ο ίδιος, ήταν άνετος, ψύχραιμος κι όταν ερχόταν η σειρά του να μιλήσει, με λίγα λόγια, καθαρά και με σαφήνεια, έκανε τη δική του παρουσίαση. Απαντούσε άμεσα σε τυχόν ερωτήσεις του Γενικού και αποσπούσε την προσοχή και το θαυμασμό όλων. Άλλωστε, οι πωλήσεις του ήταν οι καλύτερες, τα νούμερα μίλαγαν από μόνα τους. Το κυρίως θέμα ήταν όμως άλλο. Δεν τον ενδιέφερε να ικανοποιήσει τη ματαιοδοξία και τον εγωισμό του. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το πώς θα τον έβλεπε η Κατερίνα, όχι σαν καλό επαγγελματία, αλλά σαν άντρα. Καθόταν πάντα δίπλα της, γιατί έτσι είχε καθοριστεί άτυπα απ’ την αρχή. Αυτό το πλεονέκτημα, το φύλαγε σαν κόρη οφθαλμού και δεν επέτρεπε σε κανένα να του το στερήσει. Γι’ αυτό φρόντιζε να πηγαίνει πρώτος-πρώτος στην αίθουσα συσκέψεων και να κρατάει τη διπλανή θέση για την Κατερίνα, δίνοντας καμιά φορά μάχη γι’ αυτήν, προφασιζόμενος ένα κάρο δικαιολογίες, εφευρίσκοντας ένα σωρό τεχνάσματα, που για καλή του τύχη μέχρι τώρα πάντοτε απέδιδαν. Αλλά κι εκείνη δεν πήγαινε πίσω, έδειχνε καθαρά ότι μόνο το Γρηγόρη ήθελε δίπλα της, σα να συνωμοτούσαν οι δυο τους και ν’ άφηναν πίσω τους κάθε προηγούμενη αναστολή, κάθε δισταγμό που τους κρατούσε έως τώρα μακριά.
Την περασμένη βδομάδα, τα πράγματα πήραν μια σημαντική τροπή. Καθόντουσαν όπως συνήθως πλάϊ-πλάϊ, σχεδόν κολλητά, γιατί όσο μεγάλο κι αν ήταν το οβάλ τραπέζι, πολύ δύσκολα χώραγε εικοσιπέντε με τριάντα άτομα που παρευρίσκονταν στις συσκέψεις. Είχαν περάσει τρεις ώρες περίπου και η σύσκεψη πλησίαζε προς το τέλος της. Η Κατερίνα που εκτελούσε χρέη γραμματέα, είχε σταματήσει να γράφει και είχε αναλάβει μια άλλη κοπέλα αυτό τον ρόλο. Ήταν κι οι δυο χαλαροί, ενώ αρκετοί, επηρεασμένοι απ’ την κούραση προσπαθούσαν απεγνωσμένα να μην τους πάρει ο ύπνος, κάνοντας μεν ότι παρακολουθούν, ευρισκόμενοι δε ο καθένας στην κοσμάρα του, ένα στάδιο πριν απ’ την οριστική βύθιση στις αγκάλες του Μορφέα. Ο Γρηγόρης, προσποιούταν ότι κρατούσε κάτι σημειώσεις, στην πραγματικότητα όμως μουτζούρωνε το μπλοκ του κι απολάμβανε την παρουσία της Κατερίνας, χωρίς να την κοιτάζει εκείνη τη στιγμή. Την ένοιωθε όμως τόσο κοντά του, τη μύριζε, την άγγιζε σχεδόν και τρελαινόταν. Ξαφνικά αισθάνθηκε ένα ηλεκτρικό σοκ να του αναστατώνει όλο του το κορμί. Εκείνη είχε σκύψει στο αυτί του διακριτικά και κάτι ψιθύρισε. Δεν άκουσε τί, απ’ την απροσδόκητη αυτή κίνηση τα έχασε ολοκληρωτικά! Τα χείλη της ακούμπησαν στ’αυτί του, ανεπαίσθητα μεν, με τέτοια οικειότητα όμως σαν να τον φίλαγαν. Ταυτόχρονα του έπιασε το χέρι στο πάνω μέρος της παλάμης, για λίγα, ελάχιστα δευτερόλεπτα, ενώ το πόδι της, πίεζε σχεδόν το δικό του. Κεραυνός να’ πεφτε δίπλα του, θα είχε λιγότερες επιπτώσεις! Σα να σταμάτησε ο χρόνος και δεν υπήρχε κανείς άλλος στον κόσμο εκτός απ’ αυτούς τους δυο! Ξαναβρήκε σε λίγο την αυτοκυριαρχία του κι έσπευσε να τη ρωτήσει τί είχε πει πριν από λίγο. Τούτη τη φορά έσκυψε αυτός, διακριτικά, σα να μίλαγαν επαγγελματικά, φοβούμενος ότι όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα επάνω τους. Ευτυχώς όμως κανείς δεν τους είχε πάρει χαμπάρι, όλοι συνέχιζαν να μισοκοιμούνται, εκτός από’ κείνον που μιλούσε, ένα καινούργιο πωλητή το Δημήτρη, που είχε τρεις μήνες στην εταιρεία κι αυτή ήταν η πρώτη του σύσκεψη. Ακόμα κι ο Γενικός, ο αεικίνητος Κέρβερος, είχε λουφάξει στην καρέκλα του και τον ψιλόπαιρνε λιγάκι με τα μάτια ανοικτά.
«Τί μου είπες;» ψιθύρισε ο Γρηγόρης, με τη μούρη τυλιγμένη στα καστανόξανθα μαλλιά της, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να φτάσει τόσο κοντά στ’ αυτί της όσο εκείνη προηγουμένως.
«Για τον καινούργιο σου’ λεγα αυτόν τον Δημήτρη τον πως το λένε ρε γαμώτο στο επίθετο;»
«…Στάμου νομίζω, ε και λοιπόν τι έγινε μ’ αυτόν;» ξαναψιθύρισε, έχοντας βρει διέξοδο προς τ’ αυτί της, ενώ ίχνη ζήλιας άρχισαν να τον τριβελίζουν.
«Πολύ άνετος μου φαίνεται. Πρώτη φορά σε meeting και συμπεριφέρεται σαν επαγγελματίας με πείρα τουλάχιστον δέκα χρόνων».
«Δεν ξέρω που ήτανε πριν, αλλά μου φαίνεται μικρός».
«Θα πρέπει να είναι συνομήλικός σου. Αλλά εσύ…» του είπε και τον κοίταξε με τα γατίσια μάτια της να βγάζουν σπίθες, όλο νάζι.
«Τι εγώ;» κατάφερε να ψελλίσει σαν υπνωτισμένος ο Γρηγόρης.
«Εσύ είσαι ο πιο όμορφος εδώ μέσα!» και του έσφιξε δυνατά το μπράτσο.
Απέραντη ευτυχία αισθάνθηκε βλέποντας, ακούγοντας και νοιώθοντας την έτσι. Δεν το περίμενε, δεν το πίστευε, ήθελε να τσιμπηθεί γερά για να δει ότι δεν πρόκειται για όνειρο. Η Κατερίνα η αγαπημένη του, η Κατερίνα των ονείρων του, σχεδόν του τα έριχνε, σχεδόν του έλεγε ότι τον ήθελε. «Μπας και με δουλεύει; Mπας και παίζει κανένα συνηθισμένο γυναικείο παιχνιδάκι και τζάμπα χαίρομαι; H μήπως είναι αλήθεια και σε λίγο καιρό θα ήμαστε ζευγάρι; Μπορεί να φάμε κάποτε και κουφέτα…που ξέρεις;» σκεφτόταν ζαλισμένος, αλλοπαρμένος, όταν μια βραχνή και αποκρουστική φωνή ακούστηκε απ’ την άλλη πλευρά του τραπεζιού:
(συνεχίζεται)

Δημοσίευση στο stixoi.info: 27-11-2006