To καφενείο (διήγημα)

Δημιουργός: αυγουστης, Αυγουστής Μαρούλης

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Μια-δυο φορές την εβδομάδα, κατά τις εφτά το απόγευμα, πηγαίνω στο καφενείο. Δεν πάω για να παίξω χαρτιά, ούτε να κουτσομπολέψω άσκοπα, δυο πράματα που απεχθάνομαι. Πάω για να συζητήσω με τους θαμώνες με τους οποίους έχουμε γίνει φίλοι, όλοι τους μεγαλύτεροί μου. Συζητάμε για πολιτική και ιστορία, δυο θέματα αλληλένδετα μεταξύ τους, στο ένα μάλιστα είμαι ειδήμων! Όχι δεν είμαι υπουργός, ούτε βουλευτής, ούτε καν απλό μέλος κάποιου κόμματος! Η σχέση μου με την πολιτική είναι καθαρά ερασιτεχνική, στα πλαίσια ενός σκεπτόμενου και ενεργού πολίτη. Είμαι όμως πτυχιούχος του Ιστορικού και Αρχαιολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωραίος τίτλος δεν είναι; Ναι, αλλά είδα κι έπαθα μέχρι να διοριστώ καθηγητής μέσης εκπαίδευσης. Έξι χρόνια περίμενα στην επετηρίδα γι’ αυτόν τον πολυπόθητο διορισμό. Μετά, δέκα χρόνια επαρχία και τώρα, εδώ και πέντε μήνες επιστροφή στην Αθήνα σ’ ένα Λύκειο στα Πατήσια, στα πάτρια εδάφη.
Ρίχνω μια ματιά στον καθρέφτη και βλέπω την φάτσα μου. Ένας σαραντάρης, γκριζαρισμένος, με μερικές ρυτίδες στο μέτωπο. Το μουστάκι, είναι το μόνο που διατηρεί ακόμα την παλιά του αίγλη. Πυκνό και κατάμαυρο, είναι το καύχημα μου! Το φροντίζω και το περιποιούμαι με σχολαστικότητα, ούτε ερωμένη μου να ήταν. Τι ερωμένη, γυναίκα μου, ή μήπως και ερωμένη και γυναίκα μου; Τώρα που έθιξα αυτό το θέμα, μήπως πρέπει να βρω καμιά γκόμενα, να ξεχαρμανιάσω λιγάκι; Ή μήπως πρέπει να το σκεφτώ ακόμα πιο σοβαρά, να βρω μια γκόμενα που θα την παντρευτώ κιόλας, να κάνω οικογένεια, παιδιά, να γίνω επιτέλους άνθρωπος! Ναι. Πρέπει να κάνω οικογένεια! Αυτό προϋποθέτει πολλά πράγματα όμως. Κατ’ αρχήν, πρέπει να βρεθεί η κατάλληλη γυναίκα κι εγώ δεν έχω ούτε καν σχέση! Έπειτα, πρέπει αυτή η μελλοντικά συναπτόμενη σχέση να δοκιμαστεί, να ωριμάσει, τί, έτσι άντε, γουρούνι στο σακί; Δεδομένου ότι δεν τα πολυπηγαίνω και τόσο καλά με τις γυναίκες (όχι, δεν είμαι ομοφυλόφιλος) απλώς με τρομάζουν λιγάκι με τα σούξου-μούξου, τα μεν και δεν και όλ’ αυτά τα διφορούμενα τους, άλλωστε δεν έχω και μεγάλη πείρα, τρεις δεσμούς έχω κάνει όλους κι όλους, το βλέπω λιγάκι χλωμό. Συνεχίζω την επεξεργασία της φάτσας μου. Σιγά-σιγά εκείνη αρχίζει να ξεθωριάζει, να ομορφαίνει, το μουστάκι εξαφανίζεται κι ένα αθώο παιδικό πρόσωπο ξεπροβάλλει χαμογελώντας. Όλη μου η ζωή ξεπροβάλλει μπροστά σ’ αυτόν τον παλιό καθρέφτη, αναμεμειγμένη με σκέψεις, αναμνήσεις, γεγονότα, μπερδεμένα, εναλλασσόμενα, σαν ένα βιβλίο Ιστορίας με ανακατεμένη την χρονολογική σειρά, όπου η αναγέννηση προηγείται του μεσαίωνα, το Βυζάντιο της Ρώμης και ο Χριστός του Σωκράτη.
Η σχέση μου με την Ιστορία είναι σχεδόν ερωτική. Ξεκίνησε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να πρωτοδιαβάζει, μια σταλιά παιδί. Τα πρώτα μου βιβλία ήταν σαν παραμυθάκια, μυθολογία, θεοί του Ολύμπου, Ηρακλής, Θησέας, Τρωικός πόλεμος, Οδύσσεια και διάφορα τέτοια. Γοητεύτηκα τόσο πολύ, που σχεδόν κάθε βράδυ έβλεπα στον ύπνο μου τον Αχιλλέα να κατατροπώνει τους Τρώες και να γυρνάει στο στρατόπεδο, όπου όλοι τον υποδέχονταν γεμάτοι θαυμασμό. Το πόσο μίσησα τον Πάρι που τον σκότωσε δεν περιγράφεται! Μια φορά που παίζαμε στην πλατεία με τ’ αλάνια της γειτονιάς, ήρθε ένα καινούργιο παιδί και μας ζήτησε να παίξει μαζί μας. Το ρωτήσαμε να μας πει τ’ όνομά του και αυτό μας είπε: “Πάρις”! Μόλις τ’ άκουσα, ένοιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Το άρπαξα απ’ το λαιμό κι άρχισα να το χτυπάω αμείλικτα, δίχως να υπολογίσω ότι μου έριχνε δυο κεφάλια. Εκείνο αιφνιδιάστηκε, αλλά μετά μόλις συνήρθε, άρχισε ν’ ανταποδίδει τις κλωτσιές και τις μπουνιές, με ιδιαίτερη μάλιστα ευστοχία. Ακόμα θα κυλιόμασταν στη λάσπη, αν δεν μας χώριζαν τ’ άλλα παιδιά. Αργότερα, όταν λύθηκε η παρεξήγηση και του εξήγησα τον λόγο που του επιτέθηκα, γέλασε δυνατά και μου είπε ότι δεν είχα ακούσει καλά. Τον έλεγαν Άρη και όχι Πάρι και καλύτερα να πήγαινα σε κανένα γιατρό να μου κοιτάξει τ’ αυτιά. «Τότε αλλάζει το πράμα. Άρης, ο θεός του πολέμου!» σκέφτηκα, και του ’δωσα το χέρι. Από τότε γίναμε οι καλύτεροι φίλοι, αν και νομίζω ότι τ’ αυτιά μου δεν είχαν τίποτα, μάλλον εκείνος είχε αλλάξει τ’ όνομά του, ίσως γιατί ντράπηκε, ίσως γιατί ήθελε να μπει στην παρέα μας. Πάντως δυο-τρεις φορές που συνάντησα τη μάνα του τον φώναζε Παρασκευά, ούτε Άρη, ούτε Πάρι.
Μεγαλώνοντας, άρχισα να διαβάζω Ιστορία κανονική. Αρχαία Ελλάδα, Ρώμη, Βυζάντιο. Λίγο αργότερα, στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, διάβασα για την Ελληνική Επανάσταση. Τελειώνοντας την πρώτη Γυμνασίου είχα ολοκληρώσει και τη μελέτη της νεώτερης Ευρωπαϊκής και Ελληνικής Ιστορίας. Ήμουν πλέον ένας ολοκληρωμένος γνώστης των παγκόσμιων ιστορικών γεγονότων. Όχι βέβαια μόνον από τα σχολικά βιβλία-αυτά άλλωστε δεν λένε όλη την αλήθεια-κυρίως απ’ τ’ άλλα, τα εξωσχολικά. Διάβαζα μετά μανίας οτιδήποτε είχε σχέση με την Ιστορία, βιβλία, άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, έβλεπα όλα τα ιστορικά ντοκυμαντέρ στη τηλεόραση και γενικώς την είχα «ψωνίσει» άγρια. Επειδή είχα και καλή μνήμη, θυμόμουν, χρονολογίες, ονόματα, τοπωνύμια, μάχες κι όλα τα σχετικά. Στις συζητήσεις με τις εκάστοτε παρέες μου, όλο και πέταγα κάτι «ιστορικό», με συχωρούσαν όμως γιατί κατά τ’ άλλα ήμουνα φυσιολογικό άτομο. Και τα ποδόσφαιρα μου έπαιζα και τα ροκ μου άκουγα και τα ρεμπέτικά μου άμα λάχαινε. Καμιά φορά βέβαια, μου ερχότανε στο μυαλό, πότε ο Μέγας Αλέξανδρος, πότε ο Μέγας Ναπολέων, πότε η μάχη στο Πουατιέ, πότε η μάχη στο Μαντζικέρτ, φρόντιζα όμως να μην το δείχνω. Σιγά-σιγά, άρχισα να διαμορφώνω την προσωπική μου άποψη για τα ιστορικά συμβάντα, βασιζόμενος πάντα στη μελέτη πολλών και διασταυρούμενων πηγών. Επειδή λοιπόν, όντας ήδη μαθητής Λυκείου, ερχόμουνα σε προστριβές με τους καθηγητές της Ιστορίας για διάφορα θέματα, ο βαθμός μου στο μάθημα αυτό δεν ξεπερνούσε ποτέ το δεκατρία. Και πώς να μου έβαζαν μεγαλύτερο βαθμό οι συντηρητικοί αυτοί καθηγητές, όταν τους έλεγα τις αμφιβολίες μου για τον ρόλο του Μακρυγιάννη στην πολιτικοκοινωνική ζωή του τόπου, ή πως ο Κολοκοτρώνης μιλούσε δυο γλώσσες: ελληνικά και αρβανίτικα. Όταν το είπα αυτό το δεύτερο μάλιστα, ο παλιόγερος ο καθηγητής της τρίτης λυκείου, μου είπε αφρίζοντας:
«Δηλαδή, ισχυρίζεσαι παιδί μου ότι ο εθνικός μας ήρωας, ήταν Αλβανός;»
Μάταια προσπάθησα να εξηγήσω-πιο πολύ στους συμμαθητές μου, παρά σ’ αυτόν τον στόκο-ότι ο Κολοκοτρώνης, μεγάλος άντρας και ευφυής ταυτόχρονα, το έκανε αυτό για να συνεννοείται και με τους αρβανίτες χριστιανούς που υπήρχαν στις τάξεις των εξεγερμένων, το μίσος των οποίων ενάντια στους Τούρκους, ήταν εφάμιλλο με των Ελλήνων. Έπειτα, άντε να καταλάβει το ίδιο αυτό στουρνάρι τα εθνολογικά και θρησκευτικά μπερδέματα της εποχής εκείνης, πως άλλο Αρβανίτης κι άλλο Αλβανός, πως υπήρχαν και Έλληνες μουσουλμάνοι και πως το κυρίως ζητούμενο τότε ήταν ο ξεσηκωμός των λαών των Βαλκανίων κατά της πολύχρονης Οθωμανικής τυραννίας, επωφελούμενοι της σταδιακής παρακμής της. Καλά που δεν είπα κι ότι ένας άλλος μας ήρωας της Επανάστασης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήτανε μουσουλμάνος. Θα φρόντιζε να με αποβάλλουν απ’ όλα τα σχολειά της επικράτειας! Ή μήπως τα ήξερε όλ’ αυτά, είχε κι αυτός τις ίδιες με μένα σκέψεις και ανησυχίες, στο κάτω-κάτω της γραφής, καθηγητής Ιστορίας ήτανε-απλώς τον είχε απορροφήσει εντελώς το απαίσιο, αρτηριοσκληρωτικό και οπισθοδρομικό εκπαιδευτικό μας σύστημα.
Τα χρόνια πέρασαν, μπήκα στο Πανεπιστήμιο, πήγα στο στρατό, απολύθηκα, δούλεψα από ’δω κι από ’κει, μετά κόπων και βασάνων διορίστηκα και ξεκίνησα την καριέρα μου σαν καθηγητής. Όταν ήμουνα στην επαρχία, πέρασα όλο αυτό το διάστημα σε μια κωμόπολη της Ηπείρου. Μου άρεσε τόσο πολύ, που έμεινα δέκα χρόνια, ενώ θα μπορούσα να έρθω νωρίτερα στην Αθήνα. Ίσως μάλιστα έμενα για πάντα εκεί, καθότι παραλίγο να παντρευτώ μια ντόπια καλλονή, την οποία ερωτεύτηκα «σφόδρα». Ο πατέρας όμως του κοριτσιού, ένας πάμπλουτος τσιφλικάς-ναι, υπάρχουν ακόμα μερικοί, απολιθώματα του παλιού καιρού, η άτιμη Ιστορία πώς επαναλαμβάνεται! –είχε τις χοντρές του αντιρρήσεις. Δεν με πήγαινε καθόλου, για τον απλούστατο λόγο ότι ήμουν φτωχός! Έτσι παρέμεινα εκεί, όλ’ αυτά τα χρόνια, διδάσκοντας, διαβάζοντας και διατηρώντας έναν κρυφό έρωτα για ’κείνη την όμορφη κοπέλα που ο πατέρας της δεν ήθελε καν να με ακούσει. Την έβλεπα καμιά φορά στο δρόμο, κουνιστή και λυγιστή σαν ισπανική φρεγάτα του δέκατου έκτου αιώνα κι έλιωνα στην κυριολεξία. Γυρνούσε μάλιστα και με κοίταγε μ’ ένα βλέμμα σα να μου έλεγε: «Θέλω να γίνω δική σου!». Αρκετές φορές μου ’ρθε να πάω να βρω αυτόν τον καταραμένο γέρο τον πατέρα της και να του τα ψάλλω ένα χεράκι! Κάποτε μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία: Καθόμουνα ένα βράδυ στο καφενείο και συζητούσα με τους θαμώνες. Στο διπλανό τραπέζι ήρθε και κάθισε ο τσιφλικάς με την παρέα του. Δεν ξέρω πώς το έφερε η συζήτηση και άρχισε να μιλάει για χρήματα, πλούτη και μεγαλεία. Εντελώς ξαφνικά μου απηύθυνε τον λόγο και ζήτησε την άποψή μου σαν «γραμματιζούμενου» όπως με απεκάλεσε. Όλο το καφενείο στράφηκε προς το μέρος μου περιμένοντας την απάντησή μου.
«Κοιτάξτε» είπα, ενώ επικρατούσε απόλυτη σιγή και η φωνή μου ακουγόταν σαν καμπάνα. «Το χρήμα δεν είναι το παν, δεν είναι τίποτα θα έλεγα. Για μένα η χαρά είναι στις μικροαπολαύσεις της ζωής, στους φίλους, στη καλή παρέα, σ’ ένα ηλιοβασίλεμα, στον έρωτα».
«Κολοκύθια», με διέκοψε ο σιχαμένος γέρος, που μύριζε αλκοόλ. «Κι ο έρωτας δεν περνάει απ’ το στομάχι; Xωρίς λεφτά δεν έχει έρωτα! Αλλά τι ξέρεις εσύ από λεφτά καημένε; Με τον ψωρομισθό που παίρνεις, ζήτημα είναι αν καταφέρνεις κάθε μήνα να τα βγάζεις πέρα».
Ευτυχώς αντί να τσαντιστώ και να τον αρχίσω στα μπινελίκια, είπα με μειλίχιο χαμόγελο: «Η δουλειά μου, μπορεί να μην αμείβεται πλουσιοπάροχα, αλλά είναι τόσο σημαντική που δεν θα την άλλαζα με τίποτα στον κόσμο. Για μένα το να μεταδίδω στους μαθητές μου τις γνώσεις μου, να συζητώ μαζί τους και να τους βοηθώ να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι είναι το παν. Όταν κοιτάζω ένα μαθητή μου στα μάτια και διακρίνω τη δίψα του για γνώση, για επικοινωνία, για κατανόηση στα προβλήματά του και κυρίως όταν καταφέρνω-όσο μπορώ, απ’ την ταπεινή αυτή θέση που κατέχω-να του καταλαγιάσω αυτή τη δίψα, νοιώθω τέτοια ικανοποίηση που δεν θα μπορούσα να νοιώσω με όσα πλούτη κι αν μου χάριζαν!» Λέγοντας τα όλ’ αυτά, έριχνα το σπινθηροβόλο μου βλέμμα, σαν μαστίγιο πάνω στον τσιφλικά. Εκείνος, χαμήλωσε τα μάτια, τα ξανασήκωσε προς το αποσβωλομένο ακροατήριο, ετοιμάστηκε κάτι να πει, μα σταμάτησε αμέσως γιατί έγινε κάτι αναπάντεχο. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σ’ ένα παρατεταμένο χειροκρότημα, επιδοκιμάζοντας τα λεγόμενά μου. Ο γέρος τα ’χασε, κάτι ψέλισε κι έφυγε άρον-άρον απ’ το καφενείο. Αυτό ήταν! Είχα πάρει την εκδίκησή μου! Η νίκη μου βέβαια ήταν πύρρειος γιατί έχασα για πάντα την κοπέλα. Να παρατήσει τον πατέρα της και να φύγει μαζί μου ούτε λόγος! Ήταν πορωμένη μ’ αυτόν, ίσως και με την άνετη ζωή που της παρείχε. Καλύτερα! Ένας λόγος παραπάνω για να προσπαθήσω να την ξεχάσω. Και την ξέχασα! Όταν παντρεύτηκε τον διευθυντή της τράπεζας! Χοντρός, φαλακρός, μ’ ένα τεράστιο πούρο μονίμως στο στόμα, τον έβλεπες και αηδίαζες. Παρ’ όλο που ήθελε εμένα, η κοπέλα αναγκάστηκε να παντρευτεί αυτόν τον γλοιώδη τύπο. Ο πατέρας της ήταν κατενθουσιασμένος με την δουλειά του, ε βέβαια συγκρίνεται κοτζάμ μισθός διευθυντή τράπεζας μ’ αυτόν ενός απλού καθηγητάκου; Άλλωστε σε λίγα χρόνια ο τύπος θα’ παιρνε σύνταξη και θα γινόταν κι αυτός ισοβίως τσιφλικάς. Μια τεράστια πίκρα μου έμεινε σαν απαύγασμα απ’ όλη αυτή την ιστορία.
Η μοναδική μου παρηγοριά πλέον, ήταν τα ιστορικά μου βιβλία και οι μαθητές μου. Σιγά-σιγά, ανακάλυψα ότι μ’ άρεσε να πηγαίνω στα διάφορα καφενεία, όπου μεταξύ καφέ, τσίπουρου και τσιγάρου, συζήταγα με τους ντόπιους κι άκουγα μ’ ενδιαφέρον τις διάφορες ιστορίες τους. Κυρίως ήθελα ν’ ακούω ιστορίες για τη Μικρασιατική καταστροφή και τα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς. Πρώτα άκουγα τ’ άτομα με ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς καμιά διακοπή. Έπειτα άρχιζα τις ερωτήσεις. Ποιός, πότε, πού, γιατί; Αφού εξήντλησα τα δυο γερoντάκια που είχαν παιδικές αναμνήσεις απ’ την εποχή εκείνη, σε τέτοιο βαθμό ώστε να με βλέπουν σαν ανακριτή και ν’ αλλάζουν δρόμο, άλλαξα θέμα: Τα χρόνια του Εμφυλίου ήταν η καινούργια μου ενασχόληση. Εκεί βρήκα πολύ περισσότερους αφηγητές. Τόσο πολλούς που αναγκάστηκα να κάνω επιλογή! Κανένας απ’ αυτούς όμως, δεν μου κέντριζε το ενδιαφέρον ιδιαίτερα. Ήθελα ν’ ακούσω μια ιστορία, χωρίς πάθη, φανατισμούς και μεροληψίες είτε απ’ τη μια πλευρά, είτε απ’ την άλλη. Όλοι, μα όλοι, όταν διηγούνταν την ιστορία τους λες κι αφιονίζονταν, τα μάτια τους πέταγαν σπίθες, τα λόγια τους μπερδεμένα, οι φράσεις δυσνόητες.
Όταν πήρα τη μετάθεση για την Αθήνα όμως, στάθηκα πιο τυχερός. Μια βδομάδα αφότου είχα έρθει, γύριζα σαν την άδικη κατάρα στα παλιά μου λημέρια, εκεί που έπαιζα μικρός. Προσπαθούσα να βρω κάτι που θα με συνέδεε ξανά με το παρελθόν, ένα φίλο, ένα δρόμο, μια πλατεία, ένα σπίτι με αυλή, κάτι τέλος πάντων που θα μου ξύπναγε τις ξεθωριασμένες μου μνήμες. Μάταια όμως! Κανένα παλιόφιλο δεν συνάντησα (μήπως θα τον αναγνώριζα άλλωστε;), οι δρόμοι είχαν αλλάξει, το ίδιο κι οι πλατείες, όσο για τα σπίτια με αυλή ήταν μάλλον είδος εξαφανισμένο προ πολλού, αφού στη θέση τους υπήρχαν χοντροκομμένες πολυκατοικίες. Μόνο ένα τέτοιο συνάντησα και το κοίταγα σα χάνος γι’ αρκετή ώρα, μυρίζοντας εκστατικά το γιασεμί που φούντωνε και σχημάτιζε ένα φυσικό φράκτη στα όριά του. Απογοητευμένος καθώς ήμουνα κάθισα να ξαποστάσω στο πρώτο καφενείο που βρήκα μπροστά μου. Παράγγειλα καφέ κι άρχισα να περιεργάζομαι τους θαμώνες. Την προσοχή μου τράβηξε ιδιαίτερα μια παρέα που καθόταν δυο τραπέζια παραπέρα απ’ το δικό μου. Ήταν όλοι από εξήντα χρονών και πάνω. Φαινόντουσαν έξυπνοι, καλλιεργημένοι, αξιοπρεπείς, σωστοί τζέντλεμεν σαν να ήταν άγγλοι αριστοκράτες. Προσέχοντας καλύτερα όμως καταλάβαινες ότι απέπνεαν την ελληνική αύρα. Οι χειρονομίες τους, το απλό ύφος τους, η θορυβώδης συζήτησή τους πρόδιδαν την ελληνικότητά τους. Τους θαύμασα! Ψοφούσα να μπω στην παρέα τους. Έ ρε τι ιστορίες θα είχα ν’ ακούσω απ’ αυτούς εδώ! Να τώρα γιατί να λένε; Δε μπόρεσα να προσδιορίσω το θέμα, γιατί εκείνη τη στιγμή ήρθε ο καφετζής με τον καφέ μου. Ρούφηξα μια γουλιά, ήταν ακριβώς όπως τον ήθελα, βαρύ-γλυκός με μπόλικο καϊμάκι και προσπάθησα να εστιάσω ξανά στη συζήτηση της παρέας. Μάταια όμως! Οι γέροντες μου ’ριξαν μια ματιά, μερικοί σιγοψιθύρισαν κάτι και άρχισαν να μιλούν σιγότερα πλέον. Ντράπηκα πολύ, γιατί νόμισα ότι με την αδιακρισία μου τους έφερα σε δύσκολη θέση. Έβγαλα ένα χαρτί απ’ το πορτοφόλι μου, κάποιο πληρωμένο λογαριασμό της ΔΕΗ κι άρχισα να τον κοιτάω σα να διάβαζα κάποιο σημαντικό λογοτεχνικό βιβλίο, έτσι για να καλύψω την αμηχανία μου. Με την άκρη του ματιού μου όμως, παρακολουθούσα την παρέα που μου ’χε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ξαφνικά ένας απ’ αυτούς σηκώθηκε κι άρχισε να με πλησιάζει. Ωχ! Σκέφτηκα. Έρχεται να μου ζητήσει τον λόγο.
«Συγγνώμη κύριε!» είπε.
«Παρακαλώ» απάντησα και σηκώθηκα ετοιμάζοντας μια πρόχειρη δικαιολογία στο μυαλό μου.
«Μήπως είστε ο κύριος Βασίλης Σοφιανόπουλος;»
«Μάλιστα!» είπα με απορία. Ποιος ήταν άραγε ο τύπος αυτός; Δεν τον ήξερα, ούτε τον θυμόμουνα.
«Αχιλλέας Μαντζουρανίδης, επιστήθιος φίλος του μακαρίτη του πατέρα σου και πατέρας του φίλου σου του Περικλή».
«Ο κυρ-Αχιλλέας…ο πατέρας μου…ο Περικλής», ψέλλισα σαν αποβλακωμένος, ενώ ο άλλος μου ’σφιγγε με ζεστασιά το χέρι.
«Τι κάνεις παλικάρι μου; Δεν έχεις αλλάξει καθόλου από τότε που σε είδα για τελευταία φορά. Θαρρώ σπούδαζες Ιστορία, έτσι δεν είναι;»
«Μωρέ μπράβο μνήμη ο κυρ-Αχιλλέας! Αλλά από όραση δεν πρέπει να τα πηγαίνει και τόσο καλά. Όχι και δεν έχω αλλάξει καθόλου!» σκέφτηκα αναπολώντας τα πλούσια, μαύρα μαλλιά των φοιτητικών μου χρόνων και συγκρίνοντας τα με τα τωρινά, αραιά και γκριζωπά. «Αμ οι κοιλίτσες και τα προγούλια! Πού τότε που ήμουν αδύνατος σαν τσίρος! Ας όψονται οι μεζέδες, τα ούζα και τα τσίπουρα».
«Ναι, έτσι είναι!» είπα τελικά και συνέχισα: «τί κάνει ο Περικλής; Που βρίσκεται τώρα;»
«Καλά είναι παιδί μου. Εδώ μένει-θα τον συναντήσεις-παντρεύτηκε και μου ’κανε δυο εγγονάκια» απάντησε με υπερηφάνεια ο κυρ-Αχιλλέας.
Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα κύμα χαράς να με πλημμυρίζει. Όχι δεν ήμουνα μόνος, ξένος στην ίδια μου την πόλη, υπήρχε ο κυρ-Αχιλλέας, ο παιδικός μου φίλος ο Περικλής, όλα πλέον άρχισαν να μου φαίνονται πιο οικεία, το καφενείο, ο απέναντι δρόμος, ακόμα κι η τεράστια οκταόροφη πολυκατοικία λίγο πιο κάτω, που πριν αρκετά χρόνια έπαιζα μανιωδώς ποδόσφαιρο στην αλάνα πάνω στην οποία ήταν χτισμένη. Ο χρόνος είχε απλώς αφήσει τα σημάδια του, κάτω απ’ αυτά όμως εύρισκες ακόμα τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες μνήμες, τα ίδια συναισθήματα!
«Τι κάνει ο αδελφός σου ο Γρηγοράκης;»
«Καλά είναι, έχω να τον δω δυο-τρεις εβδομάδες, γιατί είναι πηγμένος στη δουλειά, αρραβωνιάστηκε κιόλας με μια συνάδελφό του, εξαιρετική κοπέλα» είπα, ενώ ο κυρ-Αχιλλέας συνέχιζε να μου σφίγγει το χέρι.
«Μπράβο, μπράβο, πολύ ωραία! Έλα να κάτσεις στην παρέα μας», πρότεινε.
«Να μη σας ενοχλώ» αρνήθηκα ευγενικά, αν και ήθελα πολύ να γνωρίσω τα μέλη της και ποιός ξέρει; Τις ιστορίες που θα είχαν να διηγηθούν. Αλλά σιγά-σιγά. Μη με περάσουν και για καμιά ψωνάρα!
«Μα τι λες παιδάκι μου! Τι να μας ενοχλήσεις! Ίσα-ίσα που θα χαρούν όλοι. Άσε που οι πιο πολλοί ήταν και φίλοι του μακαρίτη του πατέρα σου. Θεός σχωρέστον! Άγιος άνθρωπος!» επέμεινε ο γέροντας.
«Εντάξει τότε!»
«Κύριοι, έχω την τιμή να σας παρουσιάσω τον κύριο Βασίλειο Σοφιανόπουλο! Είναι γιός του αειμνήστου Ιωάννη Σοφιανόπουλου τον οποίο όλοι γνωρίζατε κι ο οποίος υπήρξε σπουδαίος άνθρωπος, λαμπρός οικογενειάρχης και εξαίρετος φίλος» είπε με τέτοια επισημότητα ο κυρ-Αχιλλέας σαν να ανήγγελλε τον πρόεδρο της δημοκρατίας.
Όλοι σηκώθηκαν και με χαιρέτησαν εγκάρδια. Μετά τις απαραίτητες συστάσεις και φιλοφρονήσεις διαπίστωσα ότι η εκλεκτή ομήγυρης αποτελούταν από πολλά και ετερόκλητα μέλη. Καταρχήν ήταν όλοι συνταξιούχοι. Άλλοι ήταν σπουδαγμένοι, επιστήμονες κι άλλοι λιγότερο μορφωμένοι, μεροκαματιάρηδες, άνθρωποι του λαού. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι υπήρχε μια σύμπνοια, ένας αλληλοσεβασμός που σπάνια συναντούσε κάποιος σε παρέα. Επίσης όλες οι συζητήσεις διανθίζονταν από καλοπροαίρετα πειράγματα, από αυτοσαρκασμούς και γενικά από μια δόση πηγαίου και ανεξάντλητου χιούμορ. Ήταν η τέλεια παρέα!
Κάποια στιγμή, ένας ψηλός, γύρω στα εβδομήντα, με κατάλευκα, πλούσια μαλλιά και χοντρά γυαλιά μου είπε: «Κύριε Σοφιανόπουλε, τι δουλειά κάνετε αν επιτρέπετε;»
«Είμαι καθηγητής φιλόλογος. Διδάσκω φιλολογικά μαθήματα, στο λύκειο, κυρίως Ιστορία, αυτή είναι η ειδικότητά μου.»
«Ιστορία είπατε; Αυτό είναι θαυμάσιο!» αναφώνησε κάποιος απ’ την παρέα.
«Εμείς εδώ ξέρετε, συχνά-πυκνά συζητάμε για ιστορικά θέματα», είπε ένας άλλος.
«Το έχουμε σαν χόμπυ, μάλιστα το διανθίζουμε και με προσωπικές μας εμπειρίες, όταν βέβαια αναφερόμαστε απ’ τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά», συνέχισε.
«Ο Τέλης κι ο Χρήστος από ’δω, έχουν εμπειρίες κι απ’ τον πρώτο βέβαια», είπε χαριτολογώντας ένας τρίτος δείχνοντας δυο γεροντάκια που πράγματι φαινόντουσαν μαθουσάλες. Ένα απ’ αυτά του απάντησε:
«Εσύ όμως μας περνάς όλους αφού είχες λάβει μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897». Όλοι γέλασαν!
«Θα ήταν τιμή μας αν παίρνατε και σεις μέρος σ’ αυτές μας τις συζητήσεις, φωτίζοντας μας με τις επιστημονικές σας γνώσεις», είπε ο κυρ-Αχιλλέας εξ ονόματος όλων όπως έδειχνε η επισημότητα και το αδιαμφισβήτητο των λόγων του.
«Ναι, ναι!» είπαν μερικοί, ενώ οι υπόλοιποι κούναγαν το κεφάλι τους χαμογελώντας επιτιμητικά.
H ανέλπιστη αυτή εξέλιξη μ’ ενθουσίασε τόσο πολύ, που νόμιζα πως ονειρευόμουν. Τέτοια τύχη και μάλιστα μαζεμένη, ποτέ άλλοτε δεν είχα! Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, από ερημίτης σε απόγνωση που ήμουνα, βρέθηκα με παρέα και μάλιστα αυτή που έψαχνα τόσο καιρό!
«Δική μου τιμή» αναφώνησα κατενθουσιασμένος, «μόνο που θα ήθελα να σας ζητήσω μια χάρη».
«Ότι θέλεις αγόρι μου» είπε ο κυρ-Αχιλλέας.
«Θα ήθελα, όποιος από σας έχει εμπειρίες και βιώματα από τα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου, να μας τα διηγηθεί».
«Χα, χα!» γέλασαν. Ένας απ’ αυτούς, που είχε κάνει πρωτύτερα το καλαμπούρι με τα γεροντάκια είπε: «Παιδί μου, όλοι μα όλοι ανεξαιρέτως έχουμε τέτοια βιώματα από ’κείνη την εποχή και πολύ ευχαρίστως να τα διηγηθούμε ένας-ένας με τη σειρά».
«Αρχίζουμε από αύριο κιόλας!»
«Αύριο θα ορίσουμε και τη σειρά για την ιστορία του καθενός».
«Υπάρχει κανείς που δεν θέλει να πει την δική του ιστορία;»
«Εγώ», είπε ο κυρ-Χρήστος, ένα απ’ τα δυο υπέργηρα γεροντάκια.
«Γιατί Χρήστο;»
«Γιατί απλούστατα εγώ τότε… δεν είχα ακόμα γεννηθεί!»
Όλη η παρέα έσκασε ξανά στα γέλια. Ήταν χαρούμενοι κι εγώ πιο πολύ απ’ όλους. Η ώρα πέρασε γρήγορα και σιγά-σιγά το καφενείο άρχισε ν’ αδειάζει. Ένας-ένας απ’ την παρέα, αφού καληνύχτιζε και μου’ λεγε πόσο χάρηκε για τη γνωριμία μας, έφευγε. Στο τέλος μείναμε μόνον εγώ κι ο κυρ-Αχιλλέας. Ήταν προφανές ότι ο άνθρωπος από ευγένεια περίμενε να σηκωθώ πρώτα εγώ. Έτσι του είπα:
«Τι λέτε; Πάμε κι εμείς;»
«Πάμε! Αν θέλεις περπατάμε για λίγο μαζί. Προς τα που μένεις ;»
«Στην πλατεία Κολιάτσου. Έχω νοικιάσει ένα μικρό δυαράκι στη Σκιάθου.»
«Περίφημα! Προς τα ’κει πάω κι εγώ. Το θυμάσαι το σπίτι μας στην Προμηθέως;»
«Και βέβαια το θυμάμαι!» είπα, χωρίς όμως να ’μαι και πολύ σίγουρος.
«Ε, εκεί μένουμε ακόμα. Περίμενε μισό λεπτό να πάω στην τουαλέτα και φύγαμε!»
«Εντάξει.» Όση ώρα έλειπε, κοίταγα γύρω μου το καφενείο. Ήταν μικρό, πέντε τραπέζια είχε όλα κι όλα, αλλά ζεστό και φιλόξενο. Οι τοίχοι, ήταν γεμάτοι από παλιές φωτογραφίες, διάφορες, πρόσωπα άγνωστα, να κι ένα πολύ γνωστό-ο Ελευθέριος Βενιζέλος-τοποθεσίες απ’ την παλιά Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Πόλη. Στη μια πλευρά, ήταν το μεγάλο ψυγείο, αυτό το μακρόστενο με τη βιτρίνα, που έχουν τα περισσότερα καφενεία και που ήταν ταυτόχρονα και ψυγείο και πάγκος σερβιρίσματος και διαιρέτης χώρου. Πίσω απ’ αυτό, στα άδυτα του κυρ-Διονύση του ιδιοκτήτη, διέκρινα ένα κουζινάκι με πετρογκάζ, μια ταμειακή μηχανή κι ένα ράφι γεμάτο ποτά. Σ’ ένα σημείο του τοίχου απέναντι απ’ το ψυγείο υπήρχε αναρτημένος ένας μεγάλος τιμοκατάλογος με ωραία καλλιγραφικά γράμματα. Όλα εκεί μέσα τα άψυχα πράματα, ήταν σαν να είχαν ζωή σαν να ήθελαν να πούνε κι αυτά τη δική τους ιστορία. Πολύ μ’ άρεσε αυτό το καφενείο, το ’νιωθα ήδη σαν το σπίτι μου!
«Έτοιμος είμαι. Πηγαίνουμε;» είπε ο κυρ-Αχιλλέας.
«Πάμε!»
«Καληνύχτα Διονύση!»
«Καληνύχτα κυρ-Διονύση. Θα τα λέμε τακτικά από ’ δω και πέρα!»
«Καληνύχτα! Χάρηκα πάρα πολύ!» αντιχαιρέτησε ο Διονύσης.
Βγήκα έξω, παρέα με τον Αχιλλέα. Ήταν μια ξάστερη βραδιά, ιδανική για περπάτημα. Ρούφηξα μ’ όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου το δροσερό αέρα κι ένα κύμα αγαλλίασης με πλημμύρισε…

Ιούνιος 2005

ΑΥΓΟΥΣΤΗΣ ΜΑΡΟΥΛΗΣ

Δημοσίευση στο stixoi.info: 16-03-2007