Ο Ιρλανδός ο Τζο

Δημιουργός: tinios, ΡΗΓΑΣ Ε. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Ο ΙΡΛΑΝΔΟΣ Ο ΤΖΟ


Ξεκίναε το ταξίδι της, η νύχτα σιωπηλή,
το άθλιο σαπιοκάραβο, το έλουζε η αρμύρα.
Κάθε βουτιά στα κύματα, του θάνατου φιλί,
κι ο καπετάνιος άμαθος, τζόβενο δίχως πείρα.

Δυό ξοφλημένοι Σικελοί, κάτω στη μηχανή,
φιλί ζωής της δίνανε, λιγάκι να κρατήσει,
Κι ο δεύτερος, κιαλάριζε, πολίτσια μη φανεί,
και πιάσει το φορτίο μας, τσιγάρα και χασίσι.

Τέσσερις μέρες νηστικοί, γαλέτα και νερό,
μειώσαν τις προμήθειες, χώρο για να γλιτώσουν.
Μα στη Μεσόγειο βρήκαμε, φορτσάτο τον καιρό,
δεν ήρθαν μεσοπέλαγα, καινούργιες να μας δώσουν.

Στη θύμηση του έφερε, στενάζοντας μ’ένα αχ,
γερμένος πα στην κουπαστή, ο Ιρλανδός λοστρόμος,
τα λόγια πού’λεγε σκυφτός, μιλώντας στον Αλλάχ,
ο σαπιόδόντης ο Χασάν, στο Κάιρο νοσοκόμος.

«Κείνα τα όμορφα ουρί, Αλλάχ του ουρανού,
τα μελωμένα τα γλυκά, τους λόφους το πιλάφι,
να τά’στελνες εδώ στη γη, για βάλτο κατά νου,
μήπως δεν έρθω προς τά’κει, και πάνε όλα στράφι»!

Του ξέφυγε του Ιρλανδού, ένα γέλιο πνιχτό,
και σήκωσε τα μάτια του, στον ουρανό απάνω,
«σιγά μη βρω, μουρμούρισε, παράδεισο ανοιχτό,
μιάν άσπρη μέρα για να δω, θα πρέπει να πεθάνω;»

Και ο λοστρόμος ο Ιρλανδός, που τον φωνάζαν Τζο,
τις θύμησες παράτησε, κι άναψε ένα τσιγάρο.
Δεν είχε ιδιαίτερα πολλά, με το Θεό,
ν’ανοίξει, αποφάσισε, παρτίδες με το χάρο.

Κοίταξε για στερνή φορά, τους κάβους στη σειρά,
τη μυρωδιά αναζήτησε, του ταγισμένου γράσου.
Γλυκά αποχαιρέτησε στο νου του την κυρά,
και μ’ένα σάλτο ανέβηκε, στο κάγκελο του πάσου.

Στις ανοιχτές τις θάλασσες, στοιχειώνει τώρα ο Τζο,
κανείς ποτέ δεν έμαθε, μόνο εγώ το ξέρω,
ο φίλος μου κυνήγησε, ένα όνειρο χαζό,
φουντάροντας ταξίδεψε, απ’το μηδέν στο ζέρο!

Δημοσίευση στο stixoi.info: 16-05-2008