Απόψε / Μπορώ

Δημιουργός: AndreasChristodoulou

αλληγορικα και τα δυο

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Απόψε


Μάτια δεν είχα να δώ πως τρανεύανε
Τα πορτοκάλια μες στην πράσινη κούνια τους
Δεν μπορουσα ν’ακουσω πως στάζανε
Οι κόμποι του μελιού μέσα στα σύκα
Χέρια δεν είχα ν’αγκαλιάσω τα πικραμένα στάχυα
Δεν είχα καρδιά ....και διάβηκαν
Με τους κορυδαλούς τους μόνοι οι ουρανοί
Χωρίς μιλιά,χωρίς σκοπό
Και διάβηκαν μακρομαντούσες οι νύχτες
Μα σκορπίστηκε το μύρο τους
Χωρίς να βρεί τα διψασμένα μου πνεμόνια
Ολα διαβήκαν ξένα,μακρυνά
Χωρίς εμενα κι εγώ χωρίς εκείνα

Ώσπου απόψε ήρθε ένα φεγγάρι
Που γέμισε τον ουρανό
Ναι, ήρθε απόψε ενα φεγγάρι
Σα διάφανο μαργαριτάρι
Τόσο μεγάλο τόσο τρανό
Που απόψε γίνηκα παιδί
Όλες οι σκέψεις στο συρτάρι
Κλειστήκαν με διπλό κλειδί
Και μ’αλαφρό περνώ ποδάρι
Για να το δώ και να με δεί

Όλα γενήκαν καθώς πρώτα
Σ’αυτή τη νύχτα την καλή
Γέμισε αστραψιές και φώτα
Η πλάση που ήτανε θολή
Όλα γενήκαν καθώς πρώτα
Και η ψυχή μου η πικρή
Βρήκε την παλιά της ρότα
Πλημμύρισε απο μουσική
Δεν λείπει πιά η δική μου νότα
Στη μέθη αυτη τη φωτεινή

Απόψε η θάλασσα εκοιμήθη
Δεν ανασαίνει δε μιλά
Μονο στ’απέραντα της στήθη
Ζεί και σπιθίζει και κυλά.
Ένα ασημένιο παραμύθι
Ανθίζει αποψε στο νερό
Απο τα σκοτεινά του βύθη
Οπου κοιμούντανε καιρό
Ανέβηκαν νεράϊδες πλήθη
Κι ανάερο πιάσανε χορό

Για μας καλή μου ,απόψε ανοίγει
Του κόσμου,ως άνθος η καρδιά
Για μάς πανιά σαν καράβι,ανοίγει
Τούτη η αναπάντεχη βραδιά
Δρόμους και δρόμους ξετυλίγει
Στα βήματα μας η αμμουδιά
Και γέμισε ο κόσμος ρίγη

Τέτοιο ένα φέγγος μας τυλίγει
Μια τέτοια μουσική σιγή
Που απόψε λέω,δεν είναι λίγοι
Για να αγκαλιάσουμε τη γή
Δύο άνθρωποι και λίγη
Μέθη απ’του ονείρου την πηγή
Κι εκείνη η αγάπη που μας σμίγει


Και τότε .....τα μαβιά μακρόσυρτα σούρουπα
Που απλώνονται μακρόσυρτα σα θύμιαμα βιολέτας,
Οι νύχτες που λενε τις χαμηλόφωνες σερενάτες τους
Κάτω απ’τα παράθυρα του φεγγαριού
Τα πρωγιά που στραφταλίζουν κρυστάλλινα
Τ’απογέματα που μισοκλείνουν τα μάτια
Μπροστα στην ίδια την αντηλιά τους
Οι χειμώνες οι διαβατάρικοι
Που ξάφνου φεύγουν βιαστικοί
Σα νάτανε ποτές να μην ξανάρθουν
Τα καλοκαίρια που θρονιάζονται ντυμένα στα χρυσά
Σα νάτανε να βασιλεύουν στους αιώνες
Αυτά,όλα αυτά θάναι δικά μας............

.............................................................................................................................................................................


Μπορώ


Κι αν έχω μέσα μου εγώ
Για τους ανέμους τους μεγάλους της ζωής
Μια δυνατή ορχήστρα
Έχω κι ενα δοξάρι για χορούς
Και μια καρδερίνα κελαηδίστρα...
Αν ξέρω στους ανθρώπους ν’απλώνω
Την καρδιά μου,αν ξέρω ν’απαλλοτριώνω
Τους απαλλοτριωτές
Αν ξέρω να πολεμώ ή να περιμένω
Αν ξέρω και να πεθαίνω
Μα ποτές χτυπημένος στις πλάτες
Ξέρω και των ερώτων τις σερενάτες

Ξέρω τι αξίζει ενας απογευματινός κήπος
Που τον σκαλίζουν ήρεμοι άνθρωποι στο έβγα της μέρας
Κι ύστερα κάθονται στο πεζούλι
Κι ακούνε τις ρίζες να τανίζονται κάτω απ’το χώμα
Σαν κοπελιές στο έβγα του ύπνου τους

Κι οταν παίρνει ένας νιός εκείνο το δρομάκι
Που αστράφτει σταμάτια του χρυσωμένο
Ακομα και μεσα στο σούρουπο και μεσα στη νύχτα
Οταν αργοδιαβαίνει κρατώντας στα χέρια την καρδιά του
Σα μια κιθάρα μελωδική
Εγω ξέρω τι αξιζει το σεργιάνι του
Και ξέρω τι αξίζουν τα ροδοπέταλα που τον ραίνουνε
Απο ένα παράθυρο μισανοιγμένο,μισοκλειστό

Και τι αξίζει ενα ποτήρι κρασί
Ενας φίλος,ενας αυγουστιάτικος ουρανός
Που μας ραίνει μ’αστέρια
Ενα χαμόγελο παιδιού που μας ραίνει με τρυφερότητα
Μια παπαρούνα που μας προσφέρει την καρδιά της
Δώρο της άνοιξης.....

Για τούτο εγω μπορώ
Όλους της ύπαρξης μου τους θησαυρούς
Απ’το ψωμί και το νερό της κάθε μιάς μου μέρας
Ως τους χορούς που θα χόρευα αν ζούσα
Ως τα τραγούδια που θα τραγουδούσα
Ως τις γυναίκες που θα κλειούσα στην αγκάλη μου
Όλους μπορώ της ύπαρξης μου τους θησαυρούς
Απλόχερα σε μιά στιγμή,να τους πληρώσω
Προίκα για τον ερχόμενο άνθρωπο
Σπορά για τους ερχόμενους κήπους

Κι όταν ακούσεις για ένα άνθρωπο
Που ζεί και πεθαίνει
για να γίνει ο άνθρωπος ολόκληρος
Να ξέρεις αυτός ο άνθρωπος είμ’εγώ




Δημοσίευση στο stixoi.info: 24-05-2008