Που λες

Δημιουργός: Μοιάζω μ'εσένα, Αθανασία Γ.

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Που λες, γεννήθηκα από μάνα κι ουρανό
Παιδί των πέντε ανέμων
Γι’αυτό κι όταν με ρίχνεις στο κένο
Γελώ αντί να τρέμω.

Που λες, είχα ένα λώρο ομφάλιο
πολυστρεψοδεμένο
Ένα αδελφό νηφάλιο
στηθοσημαδεμένο.

Τον βρήκα μια πρωία, έτσι που λες
σεργιάνιζε μονάχος
του Φοίβου έπαλλε χορδές
ακίνητος ως βράχος.

Που λες, εγώ του μίλησα
κι εκείνος εταράχθη
σα νόμισμα που κύλησα
ευχή μου ευθύς ετάχθη.

Που λες, τ’όνομά του τον ρώτησα
με ύφος αρεστό
κι άγγελοι συνωμότησαν
να δείξουν το Χριστό.

Ο βράχος τότε μάτωσε, που λες –λες κι από ξύλο
κι η θάλασσα τρικύμισε για να ξεβράσει ξύδι
ίσως εχθρού καταραμός ίσως τάμα από φίλο
φανέρωμα ο Παράδεισος σε κόλασης ταξίδι

Που λες, πονούσε ο αδερφός
χωρίς μιλιά να βγάλει
Γύρω με τύλιγε με φως
σίγαζε την κραιπάλη

Τον είδα ευθύς να ίπταται οργιές από του κόσμου
οι θάμνοι πίνανε φωτιά κι οι παπαρούνες αίμα
Του είπα «από τη θάλασσα λίγο ξυδάκι δως μου
Να αλυχτήσει ο θυμός μα και το κάθε ψέμα»

Που λες ξανά γαλήνεψε η θάλασσα όπως πρώτα
κι από το στήθος Του βλαστούν χέρια πολλά κι απλώνουν
εγώ πολλά φοβούμενη , λουσμένη στον ιδρώτα
από το ένα αρπάχτηκα κι είδα να με σηκώνουν

Δυο σκιοφόροι θαλεροί που λες και με τραβούσαν
να φτάσω , να χωθώ κι εγώ στην πύλη του αφτάστου
Μα ύστερα συλλογίστηκα άνθρωπο ξεγελούσαν
Ψυχή για να του κλέψουνε, σπονδή να’ν ‘του θανάτου.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 12-02-2009