Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
120701 Τραγούδια, 257413 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 
Waar ben je nu, Anna?

Κάνε κουράγιο, Άννα.
Πάλεψε τα χρόνια.
Άννα μου, με τις αλλιώτικες συνήθειες,
τις αλλιώτικες κινήσεις.
Είχες πολύ καλούς τρόπους.
Φαινόταν ότι ήσουν από άλλο κόσμο.
Όμως, εσύ έκανες ό,τι μπορούσες
για να μην το δείχνεις.
Δεν περιφρονούσες τη φτώχεια
αλλά ούτε σε γοήτευε ιδιαίτερα.
Όλα σε σένα ήταν διαφορετικά.
Το δωμάτιο σου με τα σπάνια αντικείμενα,
τα γράμματα, τα δώρα σου...
Σίγουρα, είχες καλύτερο γούστο από μένα!
Ερχόσουν και μ’ έβρισκες.
Το κρεβάτι μου, το στήθος σου...
Άννα, μικρή πρόστυχη κυρία.
Και κάτω απ’ τα παράθυρα βρεγμένος δρόμος,
ο ήχος του τρένου, το σούρουπο.
Και το δωμάτιο μου, Άννα,
κρεμασμένο στον αέρα,
σαν πορτοκάλι.
Κάνε κουράγιο Άννα.

Πού να `σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να `σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν’ αγαπάς αυτό που έχεις...

Ξέρεις Άννα εμείς οι δυο
ήταν γραφτό να συναντηθούμε.
Τι να ξέρουν; Πώς μπορούν να ξέρουν οι άλλοι;
Συνομίληκη, μικρή ερωμένη μου.
Θυμάσαι; Εκατομμύρια στιγμές,
στιγμές που όσο πάνε και λιγοστεύουν,
έτσι όπως κάποιοι τις λεηλατούν
μπροστά στα μάτια μας, κάθε μέρα.
Άδικα παλεύω να τις κρατήσω, άδικα.
κυλάνε βουβά και φεύγουν
προς τη μεγάλη θάλασσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια.
Δε φοράω πια το φοιτητικό μου μπουφάν
και δυσκολεύομαι να συνηθίσω
αυτό το καλοραμένο κουστούμι.
Δεν περιφρονώ το χρήμα
αλλά ούτε με γοητεύει ιδιαίτερα.
Μότσαρτ, Ρέκβιεμ, Agnus Dei, Yesterday.

Απόψε θα `ρθω στο πρώτο σου όνειρο.
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις.
Πες ψέματα στον άντρα σου.
Σκίσε την πρόσκληση, ακύρωσε το δείπνο.
Ακούμπησε με, όπως τότε, με το γόνατό σου
κάτω από το τραπέζι.
Απόψε, Άννα.
Στο καλύτερο ξενοδοχείο.
Απόψε.
Στο πρώτο σου όνειρο.
Κάνε κουράγιο Άννα.

Πού να `σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να `σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν’ αγαπάς αυτό που έχεις...

Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις.
Γιατί δε θα `χω πια κανέναν και τίποτα
να με κρατήσει νέο.
Μόνος μου επιμένω ακόμα εδώ,
παρόλο που άρχισε πάλι να βρέχει,
έτσι όπως βρέχει πάντα στα νησιά
Οκτώβρη μήνα.
Θυμάσαι;
Θάλασσα από μολύβι και ουρανός από πεύκα.
Απόμακρες, ανάκατες φωνές.
Η φωνή της μητέρας, του φίλου, της κόρης,
του αδελφού, της ερωμένης,
της σειρήνας του πλοίου.
Ρούχα λευκά, βιαστικά μαζεμένα,
λίγο πριν τη βροχή.
Μαζί τους χάθηκε και το φως.
Ένας σύντομος περίπατος,
ακόμα...εκεί.Δίπλα στη θάλασσα.
Κι ύστερα...τέλος, τέλος.
Κάνε κουράγιο, Άννα.

Πού να `σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να `σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν’ αγαπάς αυτό που έχεις...

Κάνε κουράγιο Άννα...


Houd moed, Anna.
Je vocht de jaren door.
Mijn Anna, met de merkwaardige gewoonten,
de vreemde bewegingen.
Je had heel goede manieren.
Het zag eruit alsof je uit een andere wereld kwam.
Maar je deed alles wat je kon
om dat niet te laten zien.

Je hebt de armoede niet veracht
maar het charmeerde je ook niet bijzonder.
Alles in jou was anders.
Je kamer met de schaarse voorwerpen,
de brieven, je geschenken ...

Zeker, je had een betere smaak dan ik!
Je kwam eraan en je ging me vinden.
Mijn bed, jouw borst ...
Anna, kleine ordinaire dame.
En onder de ramen een natte weg,
het geluid van de trein, de schemering.
En mijn kamer, Anna,
hangend in de lucht,
als een sinaasappel.
Houd moed, Anna.

Waar zou je zijn nu?
Wie weet hoe het met je gaat ...
Waar zou je nu zijn? Ach hoe hou je het vol?
Zonder dat je hebt wat je bemint
en zonder te lief te hebben waar je van houdt ...

Weet je, Anna, wij tweeën
het stond geschreven dat wij elkaar zouden treffen.
Wat kunnen ze weten? Hoe zouden ze weten, de anderen?
Κlein geliefd leeftijdsgenootje van me.
Herinnner je je nog? Miljoenen momenten,
momenten die gaandeweg minder worden,
zo als sommigen ze plunderen
voor onze ogen, elke dag.
Vergeefs vecht ik om ze vast te houden, vergeefs.
ze wentelen in stilte en ze verdwijnen
naar de grote zee.
Zoveel jaren zijn verstreken.
Ik draag mijn studentenjas niet meer
en ik vind het moeilijk om te wennen
aan dit maatkostuum.
Geld veracht ik niet
maar het charmeert me ook niet bijster.
Mozart, Requiem, Agnus Dei, Yesterday.

Vanavond zal ik je in je eerste droom bezoeken.
Niet oud worden, Anna, word niet oud.
Lieg tegen je man.
Verscheur de uitnodiging, annuleer het diner.
Raak me aan, zoals toen, met je knie
onder de tafel.
Vanavond, Anna.
In het beste hotel.
Vanavond.
In je eerste droom.
Houd moed Anna.

Waar zou je kunnen zijn nu?
Wie weet hoe het je gaat ...
Waar ben je nu? Ach hoe houd je het vol?
Zonder te hebben waar je van houdt
en zonder te houden wat wat je hebt ...

Word niet oud Anna, word niet oud.
Omdat ik ik niets of niemand meer zal hebben
om me jong te houden.
Ik m’n eentje houd ik het nog steeds vol hier,
hoewel het opnieuw is begonnen te regenen,
zoals het altijd op de eilanden regent
Oktobermaand. Weet je nog?
Zee van potlood en hemel van dennen.
Verre, vewarde stemmen.
De stem van de moeder, van de vriend, van de dochter,
van de broer, van de minnares,
van de sirene van het schip.
Witte kleren, haastig bijeengezocht,
vlak voor de regen.
Daarmee ook het licht verloren ging.
Een korte wandeling,
nog steeds ... daar. Aan zee.
En dan ... eindelijk, eindelijk.
Houd moed, Anna.

Waar zou je nu zijn?
Wie weet hoe het met je gaat ...
Waar zou je zijn nu? Ach hoe houd je het vol?
Zonder te hebben waar je van houdt
en zonder te houden van wat je hebt ...

Geef niet op, Anna ...

Η παραπάνω μετάφραση είναι στο στάδιο της εξέτασης και δεν έχει ελεγχθεί καθόλου η μορφή και η ακρίβειά της